Το δημόσιο χρέος, για πρώτη φορά, κάτω από τα επίπεδα του 2010
Δύο σημαντικούς σταθμούς με ιδιαίτερο συμβολισμό για την ελληνική οικονομία σηματοδοτεί η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια.
Το πρώτο ορόσημο αφορά την αναμενόμενη φετινή επίδοση, καθώς το δημόσιο χρέος της χώρας εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 140% του ΑΕΠ. Πρόκειται για την πρώτη φορά από το 2010 που ο δείκτης χρέους θα κινηθεί κάτω από τα επίπεδα που είχαν συνδεθεί με την έναρξη της περιόδου των μνημονίων.
Το 2010, όταν το δημόσιο χρέος είχε διαμορφωθεί στο 146% του ΑΕΠ —έπειτα από τη μεγάλη άνοδο από το 112% του ΑΕΠ το 2008 στο 127% το 2009— η Ελλάδα εισήλθε στη μακρά περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής και εφαρμογής των προγραμμάτων στήριξης.
Το δεύτερο σημαντικό ορόσημο τοποθετείται στο 2029. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες προβλέψεις, τότε το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ, ένα επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό από τις διεθνείς αγορές και τους οίκους αξιολόγησης για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.
Οι προβλέψεις για την πορεία του χρέους
Με βάση τις εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, το δημόσιο χρέος αναμένεται να περιοριστεί φέτος στο 136,8% του ΑΕΠ, ήτοι στα 357,5 δισ. ευρώ, έναντι 146,1% του ΑΕΠ το 2025.
Η πτωτική πορεία προβλέπεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια: το 2027 ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 131,5% (355,8 δισ. ευρώ), το 2028 στο 124,6% (349,8 δισ. ευρώ), ενώ το 2029 αναμένεται να υποχωρήσει στο 119% του ΑΕΠ, με το χρέος να διαμορφώνεται περίπου στα 346 δισ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, αποδίδεται κυρίως στη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας, στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και στην ενεργή πολιτική διαχείρισης του χρέους μέσω πρόωρων αποπληρωμών.
Ενδεικτικά, τα πρωτογενή πλεονάσματα συνέβαλαν στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 4,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2025, ενώ η αντίστοιχη συμβολή για το 2026 εκτιμάται στις 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, η ισχυρή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας λειτουργεί θετικά στη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή των πρόωρων αποπληρωμών που υλοποιούν το υπουργείο Οικονομικών και ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).
Η «ακτινογραφία» του ελληνικού χρέους
Σύμφωνα με την έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η εφαρμογή των τριών προγραμμάτων μακροοικονομικής προσαρμογής την περίοδο 2010-2018 συνοδεύτηκε από χρηματοδοτική στήριξη συνολικού ύψους 288,7 δισ. ευρώ.
Τα κεφάλαια αυτά προήλθαν από διμερή δάνεια χωρών της Ευρωζώνης μέσω του Greek Loan Facility (GLF), από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), αλλά και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν με ευνοϊκούς όρους, όπως χαμηλά επιτόκια και μεγάλες περιόδους αποπληρωμής. Ωστόσο, η εξόφλησή τους απαιτεί τη διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων για τις επόμενες δεκαετίες.
Τα δάνεια από το ΔΝΤ, συνολικού ύψους 32,1 δισ. ευρώ, έχουν ήδη αποπληρωθεί πλήρως από τον Απρίλιο του 2022. Το εναπομείναν χρέος αφορά πλέον αποκλειστικά δάνεια από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης (GLF, EFSF και ESM), συνολικού ύψους περίπου 211,4 δισ. ευρώ, με ορίζοντα αποπληρωμής έως το 2070.
Η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών
Από τα διμερή δάνεια GLF, συνολικού αρχικού ύψους 52,9 δισ. ευρώ, το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανέρχεται σήμερα σε περίπου 26,3 δισ. ευρώ.
Στο πλαίσιο της στρατηγικής ενεργούς διαχείρισης του χρέους, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σειρά πρόωρων αποπληρωμών. Τον Δεκέμβριο του 2024 αποπληρώθηκαν υποχρεώσεις ύψους 7,935 δισ. ευρώ που αφορούσαν λήξεις της περιόδου 2026-2028, ενώ τον Δεκέμβριο του 2025 πραγματοποιήθηκε νέα πρόωρη αποπληρωμή ύψους 5,29 δισ. ευρώ για μέρος των υποχρεώσεων της περιόδου 2033-2041.
Παράλληλα, ο ΟΔΔΗΧ ανακοίνωσε νέα πρόωρη εξόφληση περίπου 7 δισ. ευρώ, η οποία αφορά δόσεις με αρχικές λήξεις το 2029 και την περίοδο 2033-2035.
Εκτιμάται ότι στο τέλος του 2026 το υπόλοιπο των συγκεκριμένων υποχρεώσεων θα περιοριστεί περίπου στα 19 δισ. ευρώ και θα αποπληρωθεί σταδιακά έως το 2031, μέσω ετήσιων καταβολών περίπου 5 δισ. ευρώ.
Η επιτάχυνση της αποπληρωμής αναμένεται να συμβάλει στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, στον περιορισμό των δαπανών για τόκους και στη βελτίωση του προφίλ των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, ενισχύοντας τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα και το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Όσον αφορά τα δάνεια του EFSF, από τα συνολικά 141,8 δισ. ευρώ το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανέρχεται περίπου στα 125,7 δισ. ευρώ, με τις αποπληρωμές να εκτείνονται έως το 2070.
Τέλος, η χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 58,8 δισ. ευρώ από τον ESM, η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος στήριξης, αναμένεται να αποπληρωθεί σταδιακά από το 2034 έως το 2060.