Marfin – Δικηγόρος κατηγορουμένης: Η 46χρονη δηλώνει αθώα και επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι στην διάθεση των Αρχών. (video)
Δεκαέξι χρόνια μετά την πολύνεκρη επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, η υπόθεση αποκτά νέα δυναμική, καθώς προχωρούν οι δικαστικές εξελίξεις και επανέρχεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον μια 46χρονη γυναίκα, η οποία κατοικεί μόνιμα στη Μεγάλη Βρετανία και σε βάρος της έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, η ίδια αντέδρασε αμέσως μόλις πληροφορήθηκε ότι κατηγορείται για συμμετοχή με δευτερεύοντα ρόλο στην επίθεση του 2010.
Όπως ανέφερε η δικηγόρος των δύο 42χρονων κατηγορουμένων, Άννα Παπαρούσου, η 46χρονη επικοινώνησε χωρίς καθυστέρηση με την αρμόδια ελληνική υπηρεσία, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καμία εμπλοκή στην υπόθεση. Παράλληλα, εξέφρασε την πρόθεσή της να παρουσιαστεί οικειοθελώς ενώπιον των ελληνικών Αρχών, τονίζοντας ότι δεν επιχειρεί να αποφύγει τη Δικαιοσύνη και επιθυμεί να υπερασπιστεί τη θέση της.
Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αμφισβητεί, παράλληλα, τη διαδικασία με την οποία σχηματίστηκε η νέα δικογραφία. Σύμφωνα με την κ. Παπαρούσου, η έρευνα φαίνεται να ξεκίνησε από ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας. Η ίδια επισήμανε ότι το συγκεκριμένο email λειτουργεί ουσιαστικά ως μαρτυρική κατάθεση, χωρίς όμως να υπάρχει γνωστός μάρτυρας που θα μπορούσε να εξεταστεί στο δικαστήριο. Επιπλέον, υποστήριξε ότι, από όσα γνωρίζει, δεν έγινε προσπάθεια εντοπισμού ή ταυτοποίησης του αποστολέα, εκφράζοντας ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να στηριχθεί μια τόσο σοβαρή ποινική υπόθεση σε ένα ανώνυμο στοιχείο.
Την ίδια ώρα, οι δύο 42χρονοι που συνελήφθησαν στην Αθήνα και κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή οδηγήθηκαν ενώπιον των δικαστικών Αρχών στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων. Ζήτησαν προθεσμία για να προετοιμάσουν τις απολογίες τους, η οποία τους χορηγήθηκε έως την Τρίτη 14 Ιουλίου 2026. Μέχρι τότε παραμένουν υπό κράτηση στις εγκαταστάσεις της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής.
Οι έρευνες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξελίσσονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς δημοσιότητα και βασίστηκαν τόσο σε σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους όσο και σε παλαιότερα κατασχεμένα στοιχεία. Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια ήταν η χαμηλή ποιότητα των φωτογραφιών που είχαν καταγραφεί την ημέρα της επίθεσης, γεγονός που δυσχέραινε την αναγνώριση των δραστών.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τα Εγκληματολογικά Εργαστήρια αξιοποίησαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τη βελτίωση και ανάλυση των εικόνων, εξετάζοντας λεπτομέρειες των χαρακτηριστικών των προσώπων. Καθοριστική θεωρείται επίσης η αξιοποίηση ψηφιακού υλικού που είχε κατασχεθεί το 2020 στο Κουκάκι, κατά τη διάρκεια επιχείρησης της Αντιτρομοκρατικής.
Ανάμεσα στα αρχεία εντοπίστηκαν φωτογραφίες από προσωπικές στιγμές και διακοπές προσώπων που τέθηκαν στο μικροσκόπιο των Αρχών. Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης πραγματοποιήθηκε σύγκριση των ενδυματολογικών στοιχείων, με τους αναλυτές να διαπιστώνουν ότι ορισμένα από τα ρούχα που εμφανίζονταν στις φωτογραφίες ταυτίζονταν με εκείνα που φορούσαν οι δράστες της επίθεσης. Η συγκεκριμένη ανάλυση, σε συνδυασμό με τη διασταύρωση πρόσθετου φωτογραφικού υλικού, συνέβαλε στην ταυτοποίηση των υπόπτων.