Κομισιόν: Πρωταθλήτρια η Ελλάδα στον περιορισμό της φοροδιαφυγής
Σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις της Ελλάδας στον τομέα της φορολογικής συμμόρφωσης και της ψηφιακής λειτουργίας του φορολογικού μηχανισμού καταγράφει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026. Παρά τη θετική εικόνα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων, η έκθεση επισημαίνει ότι η επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Κεντρικό στοιχείο της αξιολόγησης αποτελεί η αισθητή συρρίκνωση της φοροδιαφυγής στον ΦΠΑ, εξέλιξη που αποδίδεται στην ευρεία αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων. Η καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η υποχρεωτική χρήση POS, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ, καθώς και η εφαρμογή του συστήματος myDATA, συνέβαλαν καθοριστικά στη μείωση του λεγόμενου «κενού ΦΠΑ». Το ποσοστό αυτό περιορίστηκε στο 9% το 2024, όταν το 2013 άγγιζε περίπου το 33%, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη πρόοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την ίδια ώρα, η έκθεση επισημαίνει ότι τα δημόσια έσοδα εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στη φορολόγηση των μισθωτών και των συνταξιούχων. Για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσες αποδοχές, οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούσαν το 2025 στο 39,3% του συνολικού κόστους εργασίας, όταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται στο 35,1%. Ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος και την οικογενειακή κατάσταση, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να φτάσει ακόμη και το 44% με 45%, στοιχείο που αναδεικνύει τη διαχρονική εξάρτηση του φορολογικού συστήματος από τη μισθωτή απασχόληση. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση λειτουργεί ανασταλτικά τόσο για την ενίσχυση της απασχόλησης όσο και για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ενώ περιορίζει και το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζει σημαντικό μέρος των φορολογικών της εσόδων στους έμμεσους φόρους και ιδιαίτερα στον ΦΠΑ. Η εξάρτηση αυτή καθιστά τα δημόσια έσοδα πιο ευάλωτα σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης ή περιορισμού της κατανάλωσης, ενώ επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη φορολόγηση των καυσίμων. Η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα διαφοροποιείται από τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς εφαρμόζει χαμηλότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης σε σχέση με τη βενζίνη, παρά το γεγονός ότι το ντίζελ συνδέεται με μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.