Η διαφθορά δεν έχει χρώμα. Η ευθύνη όμως έχει όνομα!

Γιατί η αποκάλυψη των σκανδάλων δεν αποδυναμώνει τη Δημοκρατία, αντιθέτως τη θωρακίζει - Άρθρο της Όλγας Μαγγανά, μέλους Πολιτικής Επιτροπής ΝΔ
Image
οπεκεπε
Συντάκτης
Newsroom


 

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν θα έπρεπε να προσφέρεται για κομματικά παιχνίδια ούτε για εύκολους συμψηφισμούς. Μας αποκαλύπτει, με τον πιο ωμό τρόπο, παθογένειες δεκαετιών που πλήγωσαν τη χώρα και τους ανθρώπους της παραγωγής.

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχει πολιτικό χρώμα. Δεν είναι ούτε πράσινο, ούτε κόκκινο, ούτε μπλε. Είναι μαύρο για τη χώρα. Μαύρο για τους τίμιους αγρότες που παλεύουν να ζήσουν από τη δουλειά τους, μαύρο για τον φορολογούμενο που πληρώνει και απαιτεί δικαιοσύνη, μαύρο για μια κοινωνία που κουράστηκε να βλέπει τους επιτήδειους να περνούν «από την πίσω πόρτα».

Και ας μη γελιόμαστε, αυτό το σκάνδαλο δεν γεννήθηκε χθες. Χτίστηκε σιωπηλά, επί πολλά χρόνια, μέσα σε ένα κράτος όπου κάποιοι ίσως κάτι ήξεραν, αλλά λίγοι τολμούσαν να μιλήσουν. Γιατί όμως; 
Μήπως γιατί  οι προηγούμενες κυβερνήσεις προτίμησαν το πολιτικό τους κόστος από τη σύγκρουση; Μήπως γιατί προτίμησαν την ισορροπία με τα παλαιοκομματικά κατεστημένα από την κάθαρση; Μήπως γιατί προτίμησαν να μη σπάσουν αυγά, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι η διαφθορά θα συνέχιζε να τρώει το κράτος από μέσα; 

Η αλήθεια ίσως είναι σκληρή, αλλά πρέπει να ειπωθεί. Το σύστημα αυτό βολευόταν. Βολευόταν με θολές διαδικασίες, με παράθυρα, με χαρτιά που χάνονταν, με ελέγχους που δεν ολοκληρώνονταν ποτέ. Και όταν η διαφθορά γίνεται κανονικότητα, τότε κανείς δεν εκπλήσσεται, όλοι απλώς σωπαίνουν.
Η διαφορά όμως σήμερα είναι ξεκάθαρη.
Για πρώτη φορά, το πρόβλημα δεν κουκουλώνεται. Δεν μπαίνει κάτω από το χαλί. Οι έλεγχοι γίνονται, οι υποθέσεις ανοίγουν, τα ονόματα ελέγχονται και η Δικαιοσύνη προχωρά χωρίς προστασία, χωρίς εξαιρέσεις. Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Είναι πολιτική απόφαση.

Η Νέα Δημοκρατία άλλωστε δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι παρέλαβε ένα τέλειο κράτος. Αντίθετα, είπε από την αρχή την αλήθεια. Είπε ότι παρέλαβε ένα κράτος γεμάτο στρεβλώσεις, παθογένειες και κακές συνήθειες δεκαετιών. Και αντί να τις διαχειριστεί επικοινωνιακά, επέλεξε να συγκρουστεί μαζί τους στην πράξη. 
Όχι με αυτά τα ωραία, τα μεγάλα λόγια, αλλά με στοχευμένες κινήσεις. 
Θυμόμαστε ότι ενίσχυσε την ΑΑΔΕ και έβαλε τέλος στο καθεστώς της ανεξέλεγκτης φοροδιαφυγής με ηλεκτρονικά βιβλία, διασταυρώσεις POS–ταμειακών και ελέγχους σε πραγματικό χρόνο.
Θυμόμαστε ότι ψηφιοποίησε το Δημόσιο μέσω του gov.gr, κλείνοντας χιλιάδες μικρές και μεγάλες εστίες διαφθοράς που άνθιζαν στην ταλαιπωρία του πολίτη.
Θυμόμαστε ότι πάταξε επιδόματα και συντάξεις-μαϊμού, προστατεύοντας τους πραγματικά αδύναμους.
Θυμόμαστε ότι έβαλε τάξη στις προσλήψεις, μακριά από ρουσφέτια και «δικά μας παιδιά».
Θυμόμαστε ότι άγγιξε τις πολεοδομίες, τους ελέγχους, τις επιδοτήσεις και τους μηχανισμούς που για δεκαετίες θεωρούνταν άβατο.

Αυτή είναι και η μεγάλη αλήθεια που κάποιοι αποφεύγουν να πουν. Όταν σπας το κατεστημένο, βγαίνουν σκάνδαλα στην επιφάνεια. Όχι επειδή αυξήθηκε η παρανομία, αλλά επειδή μειώθηκε η ανοχή. Όταν πέφτει φως, φαίνονται όλα όσα πριν κρύβονταν στο σκοτάδι.

Και μέσα σε όσα διαδραματίζονται στην επικαιρότητα, αξίζει να σταθούμε και στη στάση πολιτικών δυνάμεων που επιλέγουν συνειδητά την καταγγελία χωρίς ευθύνη. 

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει οικοδομήσει την πολιτική της παρουσία όχι πάνω σε προτάσεις διακυβέρνησης ή θεσμικές λύσεις, αλλά πάνω στη μόνιμη άρνηση, στη σύγκρουση για τη σύγκρουση και στην πλήρη απουσία εφαρμόσιμου σχεδίου.
Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική, η κριτική είναι απαραίτητη στη Δημοκρατία. Το πρόβλημα είναι όταν η κριτική δεν συνοδεύεται από καμία ευθύνη, καμία ρεαλιστική πρόταση και καμία διάθεση συμμετοχής στη λύση. Όταν όλα είναι σκάνδαλο, όλα είναι ενοχή των άλλων και τίποτα δεν μεταφράζεται σε θεσμική αλλαγή, τότε δεν μιλάμε για κάθαρση, αλλά για πολιτική ακινησία.
Σε μια περίοδο που αποκαλύπτονται πραγματικές παθογένειες και απαιτούνται δύσκολες αποφάσεις, η εύκολη καταγγελία από απόσταση ασφαλείας δεν βοηθά. Δεν χτυπά τα κυκλώματα, δεν αλλάζει τα συστήματα, δεν διορθώνει τις στρεβλώσεις. Αντίθετα, θολώνει τη συζήτηση, μετατρέπει κάθε σοβαρή υπόθεση σε πεδίο πολιτικών εντυπώσεων και επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων και τελικά υπονομεύει την ίδια την έννοια της θεσμικής δικαιοσύνης.
Κάποιος πρέπει να πει στην κυρία Κωνσταντοπουλου ότι η κοινωνία μας σήμερα δεν ζητά απλώς να «τα πούμε». Ζητά να τα αλλάξουμε. Και αυτό απαιτεί πολιτική ευθύνη, σχέδιο και βούληση σύγκρουσης με το παλιό, όχι μόνιμη καταγγελία χωρίς προοπτική.

Την ίδια στιγμή, προκαλεί τουλάχιστον θυμηδία να βλέπουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ και ένα ΠΑΣΟΚ να εμφανίζονται σήμερα δήθεν έκπληκτοι. Δήθεν ενοχλημένοι πατριώτες. Δήθεν υποψήφιοι σωτήρες! Κόμματα που κυβέρνησαν! Κόμματα που είχαν στα χέρια τους το κράτος, τους μηχανισμούς, τα υπουργεία. Και όμως, δεν θυμάται κανείς να άγγιξαν ποτέ αυτές τις παθογένειες. Δεν έσπασαν τα κυκλώματα. Δεν άνοιξαν τα συστήματα. Δεν συγκρούστηκαν με τα κατεστημένα. Σήμερα καταγγέλλουν αυτά που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ξεσκεπάζει, εκθέτει, ενώ οι ίδιοι είτε τα ανέχτηκαν είτε τα άφησαν ανέγγιχτα. 
Η υποκρισία δεν κρύβεται! 
Είναι ωραίο  να κυβερνάς και να σιωπάς, κι ακόμα καλύτερο να φωνάζεις εκ των υστέρων από την ασφάλεια της αντιπολίτευσης.

Γι’ αυτό και το μήνυμα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας από την πρώτη στιγμή, διά στόματος του Πρωθυπουργού, είναι απολύτως καθαρό. 
Οποίος είναι ένοχος θα τιμωρηθεί.
Ό,τι χρώμα κι αν έχει.
Χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς «ναι μεν αλλά».

Και αυτό δεν αποδυναμώνει την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κάθε άλλο, την  ενισχύει. Γιατί μόνο μια κυβέρνηση που δεν φοβάται την αλήθεια και τη σύγκρουση με το παλιό, μπορεί να χτίσει κάτι καινούργιο.

Ο κόσμος δεν ζητά θαύματα. 
Ζητά δικαιοσύνη, σοβαρότητα και καθαρούς κανόνες. Ζητά ένα κράτος που να μην υπηρετεί τη διαφθορά, αλλά τον πολίτη.

Και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, γίνεται μια ειλικρινής προσπάθεια να αφήσουμε πίσω το κράτος του παλαιοκομματισμού και να χτίσουμε ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος. 
Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.

 

Άρθρο της Όλγας Μαγγανά, μέλους Πολιτικής Επιτροπής ΝΔ