Η "Ιθάκη" που δεν οδηγεί πουθενά

Άρθρο της Όλγας Μαγγανά, μέλους Πολιτικής Επιτροπής ΝΔ
Image
tsipras
Συντάκτης
Newsroom


 

Οι πολιτικές πορείες δεν ξαναγράφονται επειδή κάποιος παρουσιάζει ένα βιβλίο. Ξαναγράφονται μόνο όταν η κοινωνία έχει λόγο να πιστέψει σε αυτόν που επιστρέφει. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, το νέο του βιβλίο «Ιθάκη» δεν λειτουργεί ως αποτίμηση, αλλά ως μια προσπάθεια να ξεθολώσει η εικόνα μιας διακυβέρνησης που άφησε πίσω της πληγές και διχασμό. Η χώρα έχει μνήμη, και η μνήμη αυτή δεν σβήνεται με μια καλοστημένη εκδήλωση στο Pallas.

Από το 2015 έως το 2019, η Ελλάδα βίωσε μια περιπέτεια που κόστισε ακριβά. Με τους κεφαλαιακούς ελέγχους, τις κλειστές τράπεζες, το αχρείαστο τρίτο μνημόνιο, το δημοψήφισμα που μετατράπηκε σε πολιτικό αλαλούμ, τις διχαστικές επιλογές και μια οικονομία που πάλευε να σταθεί όρθια μέσα στην αβεβαιότητα, η διακυβέρνηση Τσίπρα δεν μπορεί να παρουσιαστεί σήμερα ως «αγώνας για το δίκιο». Ο λαός πλήρωσε την δική του δημιουργική ασάφεια με φόρους, ανασφάλεια, απώλεια εμπιστοσύνης και χρόνια χαμένης ανάπτυξης. Και όσο κι αν επιχειρεί ο ίδιος να χτίσει έναν νέο μύθο γύρω από το πολιτικό του αφήγημα, οι πράξεις του παραμένουν καταγεγραμμένες.

Η περίοδος εκείνη δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από οικονομική αστάθεια, αλλά και από θεσμικές αστοχίες που άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Η προσπάθεια ελέγχου των ΜΜΕ με τον περίφημο διαγωνισμό Παππά, η στοχοποίηση της Δικαιοσύνης, οι επιθέσεις σε ανεξάρτητες αρχές και η ένταση προς τους θεσμούς δημιούργησαν μια πρωτοφανή ατμόσφαιρα καχυποψίας. Η λειτουργία του κράτους επιβραδύνθηκε, η διοίκηση πολώθηκε και η δημόσια συζήτηση έγινε πιο τοξική από ποτέ.

Στην εξωτερική πολιτική, η περίοδος Τσίπρα χαρακτηρίστηκε από μια σπασμωδική προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως διαμεσολαβητής σε διεθνείς συζητήσεις, χωρίς όμως σταθερή εθνική γραμμή. Η Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία προωθήθηκε χωρίς ευρεία συναίνεση, επέτεινε τον εσωτερικό διχασμό και άφησε ανοιχτές πολιτικές πληγές που ακόμη συζητούνται. Η μεταναστευτική πολιτική, επίσης, αποδείχθηκε ανεπαρκής, με δομές σε κατάρρευση και νησιά που σήκωσαν το τότε βάρος χωρίς σχέδιο και χωρίς σεβασμό στα όρια των τοπικών κοινωνιών.

Στην καθημερινότητα του πολίτη, οι επιπτώσεις ήταν εξίσου ορατές. Το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνθηκε με νέες εισφορές και ένας ολόκληρος παραγωγικός ιστός (επαγγελματίες, μικρές επιχειρήσεις, νέοι επιστήμονες), αντιμετώπισε ένα περιβάλλον που τιμωρούσε την εργασία και αποθάρρυνε την ανάπτυξη. Η μεσαία τάξη, που ήδη είχε πληγεί από τα προηγούμενα χρόνια κρίσης, ένιωσε την πίεση να εντείνεται. Οι υποσχέσεις περί δήθεν ανακούφισης αντικαταστάθηκαν από νέους φόρους, νέες επιβαρύνσεις και μια γενικευμένη αίσθηση στασιμότητας.
Καλό είναι λοιπόν σήμερα, μέσα στη λάμψη μιας βιβλιοπαρουσίασης, να μην ξεχνάμε ότι το έργο ενός πρωθυπουργού δεν κρίνεται από την αφήγηση που ο ίδιος δημιουργεί, αλλά από την πραγματικότητα που άφησε πίσω του. Και η πραγματικότητα της περιόδου 2015–2019 ήταν μια Ελλάδα κουρασμένη, διχασμένη και θεσμικά ευάλωτη, ήταν μια χώρα που χρειάστηκε χρόνια ώστε να επανέλθει σε σταθερή πορεία και σε διεθνή αξιοπιστία.
Μετά την ήττα του 2019, αντί να αναζητήσει ουσιαστική αυτοκριτική, ο Τσίπρας προτίμησε την πολιτική σιωπή που έμοιαζε περισσότερο με αμηχανία παρά με στρατηγική. Η αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν παρουσιάστηκε ως γενναία κίνηση, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βαθιάς φθοράς στον χώρο που κάποτε κυριαρχούσε. Ο ΣΥΡΙΖΑ βυθίστηκε σε εσωστρέφεια, το κόμμα συρρικνώθηκε, και η κοινωνία γύρισε την πλάτη σε μια πολιτική πρόταση που πλέον δεν την εξέφραζε. Σε αυτό το κενό επιχειρεί σήμερα ο Τσίπρας να ξαναμπεί, κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι και προσπαθώντας να μιλήσει σαν να μην κυβέρνησε ποτέ.

Κι εδώ βρίσκεται το βασικό παράδοξο: ο πρώην πρωθυπουργός, ο άνθρωπος που άσκησε εξουσία, υπέγραψε συμφωνίες, διαχειρίστηκε κρίσεις και είχε στα χέρια του την τύχη της χώρας, εμφανίζεται ξαφνικά ως αντισυστημικός. Δεν γίνεται να είσαι ταυτόχρονα το σύστημα και ο εχθρός του. Είναι σαν να θέλεις να επωφεληθείς από την εξουσία όταν τη διαχειρίζεσαι και να την καταγγέλλεις όταν δεν την έχεις. Η ρητορική αυτή θυμίζει έντονα τη στάση της παλιάς του φίλης, της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία αφού διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής, ένα από τα πιο θεσμικά και κεντρικά αξιώματα της χώρας, σήμερα εμφανίζεται ως η απόλυτη αντισυστημική φωνή. Αυτές οι αντιφάσεις δεν πείθουν ούτε τον απλό πολίτη, ούτε τον ουδέτερο ψηφοφόρο, ούτε καν ένα κομμάτι της Αριστεράς.

Η παρουσίαση του βιβλίου ήταν ξεκάθαρα μια πολιτική κίνηση, όχι μια αυθόρμητη  λογοτεχνική στιγμή. Ήταν μια απόπειρα επανασυσπείρωσης όσων έχουν απομείνει από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ, μια δοκιμή αντοχής για πιθανό νέο κόμμα, μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ξανά πολιτικός ρόλος εκεί όπου η κοινωνία δεν βλέπει πλέον κενό. Όμως οι εποχές έχουν αλλάξει. Η Ελλάδα του 2025 δεν θυμίζει σε τίποτα την Ελλάδα των πειραματισμών του 2015. Σήμερα η χώρα έχει σταθερότητα, καταγεγραμμένο διεθνές κύρος, επενδύσεις, χαμηλότερη ανεργία και μια κυβέρνηση που, με λάθη και δυσκολίες, 6 χρόνια τώρα, αλλάζει σταθερά και χωρίς εξάρσεις το παραγωγικό και κρατικό μοντέλο της. Όταν η πραγματικότητα είναι αυτή, οι επιστροφές στο παρελθόν δύσκολα βρίσκουν ακροατήριο.

Σε επίπεδο προσωπικής αποτίμησης, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς. Πρόκειται περισσότερο για μια παρουσία με συμβολικό και προσωπικό χαρακτήρα παρά για μια οργανωμένη, σύγχρονη πολιτική πρόταση. Θυμίζει περισσότερο έναν πρώην πρωθυπουργό που νοσταλγεί τις στιγμές εξουσίας του, παρά έναν ηγέτη έτοιμο να παρουσιάσει μια σύγχρονη πρόταση. Η δημόσια ζωή απαιτεί σταθερότητα, συνέχεια και συγκεκριμένες λύσεις, όχι αναφορές στο παρελθόν ή προσπάθειες επαναπροσδιορισμού μέσα από προσωπικές αφηγήσεις. Η Ελλάδα έχει προχωρήσει μπροστά, οι θεσμοί έχουν ενισχυθεί και οι πολίτες αξιολογούν πια με βάση την αξιοπιστία, την αποτελεσματικότητα και την ικανότητα διακυβέρνησης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι επιστροφές προσώπων που έχουν ήδη κριθεί δεν δημιουργούν νέο πολιτικό δυναμισμό, αλλά λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή πορεία προς το μέλλον και όχι κύκλους γύρω από το χθες προσώπων που δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και τώρα επιστρέφουν σε ρόλο… αφηγητή

 

Άρθρο της Όλγας Μαγγανά, μέλους Πολιτικής Επιτροπής ΝΔ