Ένα ΠΑΣΟΚ δέσμιο του παρελθόντος - Γράφει ο Γιάννης Κουτσομύτης
“Επιτυχημένες” χαρακτήρισαν κάποιοι τις εκλογές για την ανάδειξη ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, με το σκεπτικό ότι υπήρξε προσέλευση 300.000 πολιτών και πως το επίπεδο της προεκλογικής αντιπαράθεσης κρατήθηκε σε ένα πολιτισμένο επίπεδο. Είναι βέβαια συζητήσιμο το πόσο μεγάλη επιτυχία είναι μια αύξηση προσέλευσης της τάξεως του 10% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές ηγεσίας, τη στιγμή που το 2021 η πρόθεση ψήφου για το ΠΑΣΟΚ ήταν 20%-30% χαμηλότερη από ότι είναι σήμερα. Όπως επίσης είναι ιδιαίτερα συζητήσιμο το αν μπορεί να χαρακτηριστεί “πολιτισμένη” μια εσωκομματική αντιπαράθεση κατά την οποία ακούστηκαν χαρακτηρισμοί για “διαπλεκόμενους υποψηφίους” και “ανθρώπους του Μητσοτάκη”.
Πηγαίνοντας όμως στην ουσία της όλης διαδικασίας, το ΠΑΣΟΚ ενεργοποίησε την εκλογή ηγεσίας διότι αμφισβητήθηκε η αποτελεσματικότητα της ηγεσίας του Νίκου Ανδρουλάκη μετά την μέτρια επίδοση του κόμματος στις ευρωεκλογές. Όλοι οι υποψήφιοι για την προεδρία του Κινήματος κινήθηκαν πάνω στο αφήγημα “ψηφίστε με, διότι εγώ μπορώ να νικήσω τον Μητσοτάκη”, ενώ υπήρξε μια πλειοδοσία προσήλωσης στο είδωλο του Ανδρέα Παπανδρέου και της διακήρυξης της “3ης του Σεπτέμβρη”.
Με μοναδική ίσως εξαίρεση την Άννα Διαμαντοπούλου, η οποία προσπάθησε να παρουσιάσει μια ατζέντα κοντά στο αφήγημα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οι υπόλοιποι υποψήφιοι ανταγωνίστηκαν μεταξύ τους για το ποιός είναι ο πιο πιστός συνεχιστής της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ και των ιδεών του Ανδρέα Παπανδρέου. Και μάλιστα της πρώτης διακυβέρνησης Παπανδρέου 1981-1985 και όχι της ύστερης φάσης 1993-1996, όταν υπήρξε μια -αναγκαστική- στροφή προς το δημοσιονομικό πλαίσιο που προέβλεπε η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η μετέπειτα Ευρωζώνη.
Η δε διακήρυξη της “3ης του Σεπτέμβρη” έχει καταστεί φετίχ και Ευαγγέλιο για κάθε πιστό οπαδό του ΠΑΣΟΚ. Χωρίς να σκέφτονται πολλοί πως το σύνολο σχεδόν των πρωταγμάτων εκείνου του πολιτικού κειμένου έχουν ξεπεραστεί από την ιστορία εδώ και δεκαετίες. Εκτός του ότι πολλά από αυτά τα πρωτάγματα ήταν και εντελώς ψευδεπίγραφα. Τι να πει κανείς εν έτει 2024 για το επιχείρημα της “ιδιαίτερα σκληρής έκφρασης της εξάρτησης της Ελλάδας από το ιμπεριαλιστικό κατεστημένο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ”. Ή για τη “διάβρωση της οικονομία μας από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και της Δύσης, με τη συνεργασία πάντα του ντόπιου μεταπρατικού κεφαλαίου”. Πρόκειται για αφηγήματα που πλέον έχει ξεπεράσει ακόμη και ο Σύριζα και τα χρησιμοποιούν μόνο το ΚΚΕ και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.
Στο ΠΑΣΟΚ δεν σκέφτηκαν ποτέ, ή ορθότερα δεν τόλμησαν ποτέ, να μιλήσουν ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα του 1974 δεν έχει πλέον καμία σχέση με την Ελλάδα του 2024 και πως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα χρειάζεται μια διακήρυξη που να αφορά στα μεγάλα ζητήματα του 21ου αιώνα και όχι σε μανιφέστα που έλκυαν την καταγωγή τους από τον μακρυγιαννισμό και την ομιλία του Άρη Βελουχιώτη στη Λαμία τον Οκτώβριο του 1944. Η χώρα μας -δόξα τω Θεώ- έχει αποκαταστήσει πλέον πλήρως τη θέση της στη Δύση και αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Ευρωζώνης και του ευρώ, για το οποίο ο ελληνικός λαός προέβη σε μεγάλες θυσίες. Και πως η Ελλάδα αποτελεί επίσης ιδρυτικό μέλος της Ενιαίας Αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εγγυήσεις για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και κεφαλαίων.
Στο Κίνημα όμως φαίνεται πως είναι δημοφιλείς ξανά -ή ακόμη- οι ιδέες του σοσιαλισμού της δεκαετίας του '70 και του '80. Από τις ελάχιστες ξεκάθαρες θέσεις που ακούσαμε από τους υποψηφίους στο τηλεοπτικό ντιμπέιτ, οι περισσότερες αφορούσαν σε αναστροφή των μεταρρυθμίσεων που ήταν αναγκαίες για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, σε αθρόες επανακρατικοποιήσεις και σε περιορισμούς και φορολόγηση στο “μεγάλο κεφάλαιο”. Εκτός δε από αθρόες παροχές με κόστος πολλών δισεκατομμυρίων, οι οποίες όλες θα χρηματοδοτηθούν υποτίθεται από την φορολόγηση του “πλούτου”.
Πρόκειται στην ουσία για ιδέες που ακούσαμε κατ' επανάληψη στα χρόνια της μετεωρικής ανόδου του Σύριζα 2012-2015 και που είναι σε όλους πια γνωστό που κατέληξαν. Διότι στην πράξη, μια ισχυρή πλειοψηφία των οπαδών του ΠΑΣΟΚ θέλγεται από την κρατικιστική ιδεολογία του λεφτόδεντρου. Στην ουσία το ΠΑΣΟΚ δεν ενοχλείται από την ιδεολογία του Σύριζα, αλλά από τους ανθρώπους του Σύριζα. Δεν θα ενοχλούσε ιδιαίτερα την πλειοψηφία των οπαδών του ΠΑΣΟΚ μια αριστερή στροφή σε θέσεις παρόμοιες με του Σύριζα, αρκεί αυτή η στροφή να μην περιλάμβανε και στελέχη του Σύριζα για τα οποία κυριαρχεί μια απέχθεια στο πράσινο στρατόπεδο.
Σχετική εξαίρεση σε αυτά τα αισθήματα αποτελεί ο Χάρης Δούκας, ο οποίος έδειξε στις δημοτικές εκλογές του 2023 τον δρόμο για την σύγκλιση ΠΑΣΟΚ, Σύριζα, Νέας Αριστεράς και άλλων “προοδευτικών” δυνάμεων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης αντιθέτως δείχνει να προτιμά την ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμης της Αριστεράς, υιοθετώντας μεν μια αριστερή πολιτική ατζέντα αλλά αποκλείοντας τη συγχώνευση με τον Σύριζα.
Η τελική αναμέτρηση της Κυριακής θα κρίνει ποιόν από τους δύο δρόμους θα ακολουθήσει το ΠΑΣΟΚ στην πορεία προς την κρίσιμη μάχη των εθνικών εκλογών. Το προφανές πάντως είναι ότι σε επίπεδο πολιτικού σχεδίου και ιδεών το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα είναι εγκλωβισμένο σε ξεπερασμένα και αποτυχημένα σχήματα, τα οποία απέχουν πολύ από τις πολιτικές της σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
* Γράφει ο Γιάννης Κουτσομύτης για το Ελλάδα 24