Ηandelsblatt: Η Ελλάδα κερδίζει το στοίχημα του επαναπατρισμού των νέων επιστημόνων - Το brain gain παίρνει τη θέση του brain drain
Η Ελλάδα εφαρμόζει ένα εκτεταμένο πλέγμα πρωτοβουλιών με στόχο να προσελκύσει πίσω τους υψηλά καταρτισμένους επαγγελματίες που έφυγαν στο εξωτερικό στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Στα μέτρα περιλαμβάνονται φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις προς επιχειρήσεις, υπηρεσίες διασύνδεσης με την αγορά εργασίας και δράσεις προβολής σε χώρες όπου ζει έντονο το ελληνικό στοιχείο.
Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα κρίνονται ιδιαίτερα θετικά, καθώς σχεδόν δύο στους τρεις Έλληνες που είχαν μεταναστεύσει έχουν ήδη επιστρέψει. Παρ' όλα αυτά, οι οικονομικές παροχές δεν φαίνεται να αποτελούν τον βασικό λόγο της επιστροφής τους.
Όπως προκύπτει από πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ και του ελληνικού Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ), οι ισχυρότεροι παράγοντες είναι οι οικογενειακοί δεσμοί, η ποιότητα ζωής και η συναισθηματική σχέση με την Ελλάδα.
Η μαζική φυγή επιστημονικού δυναμικού (brain drain) που καταγράφηκε τη δεκαετία του 2010 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη μεταναστευτική έξοδο που γνώρισε ευρωπαϊκή χώρα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Περισσότεροι από 700.000 Έλληνες αναζήτησαν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές στο εξωτερικό, με βασικούς προορισμούς τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία.
Η Ελλάδα ως χώρα με έντονη μεταναστευτική ιστορία
Η μετανάστευση αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας ήδη από τον 19ο αιώνα. Στην περίοδο 1960-1974 περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού εγκατέλειψε τη χώρα, κυρίως για ευρωπαϊκά κράτη και ιδιαίτερα για τη Γερμανία. Εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι μετανάστες ήταν ανειδίκευτοι εργάτες που προέρχονταν από οικονομικά ασθενέστερες περιοχές.
Η εικόνα διαφοροποιήθηκε σημαντικά κατά την κρίση χρέους, όταν τη χώρα εγκατέλειψαν κυρίως νέοι επιστήμονες και εξειδικευμένοι επαγγελματίες. Την άνοιξη του 2013 η ανεργία είχε εκτοξευθεί στο 27,5%, ενώ στις ηλικίες 15 έως 24 ετών σχεδόν το 65% όσων αναζητούσαν εργασία δεν μπορούσε να βρει απασχόληση.
Από το 2012 έως το 2019, έως και 56.000 Έλληνες εγκατέλειπαν κάθε χρόνο την Ελλάδα, δηλαδή περισσότεροι από 150 άνθρωποι ημερησίως. Την ίδια περίοδο, ο αριθμός των Ελλήνων γιατρών που εργάζονταν στο εξωτερικό τριπλασιάστηκε.
Τα μέτρα για τον επαναπατρισμό
Από το 2019, η κυβέρνηση έχει θέσει ως προτεραιότητα την ανατροπή αυτής της τάσης. Όσοι επιστρέφουν στην Ελλάδα φορολογούνται μόνο για το 50% του εισοδήματός τους για διάστημα επτά ετών, ενώ παρέχονται επιχορηγήσεις σε επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ώστε να προσφέρουν ανταγωνιστικές αποδοχές στους επαναπατριζόμενους.
Κεντρικό εργαλείο της προσπάθειας αποτελεί η πλατφόρμα Rebrain Greece, η οποία λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε εργοδότες και Έλληνες του εξωτερικού. Οι ενδιαφερόμενοι αναρτούν τα βιογραφικά τους, ενώ οι επιχειρήσεις δημοσιεύουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας.
Παράλληλα, διοργανώνονται εκδηλώσεις σε πόλεις με ισχυρή ελληνική παρουσία, όπως το Λονδίνο, το Άμστερνταμ, η Νέα Υόρκη, το Ντίσελντορφ και η Στουτγάρδη. Εκεί παρουσιάζονται οι δυνατότητες απασχόλησης, τα φορολογικά οφέλη και πραγματοποιούνται απευθείας συναντήσεις μεταξύ υποψηφίων και εργοδοτών. Στην πιο πρόσφατη διοργάνωση στο Λονδίνο, τον Μάιο, συμμετείχαν 3.107 ενδιαφερόμενοι, ενώ εκπρόσωποι 35 μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων πραγματοποίησαν συνεντεύξεις για την κάλυψη θέσεων εργασίας.
Αυξημένη ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό
Οι μεγαλύτερες ανάγκες εντοπίζονται στους τομείς της πληροφορικής, της τεχνολογίας, των οικονομικών υπηρεσιών, της συμβουλευτικής και του ορκωτού ελέγχου. Ελλείψεις προσωπικού αντιμετωπίζουν επίσης οι εταιρείες ενέργειας, οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις και ο χώρος της υγείας.
Οι επαναπατριζόμενοι θεωρούνται ιδιαίτερα πολύτιμοι, καθώς συνδυάζουν υψηλή επιστημονική κατάρτιση με πολύτιμη διεθνή επαγγελματική εμπειρία και δεξιότητες διοίκησης.
Στόχος και η αντιμετώπιση του δημογραφικού
Η προσπάθεια επαναπατρισμού δεν συνδέεται μόνο με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Παράλληλα επιδιώκεται η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, καθώς οι γεννήσεις μειώθηκαν από 10,1 ανά 1.000 κατοίκους το 2007 σε μόλις 6,7 το προηγούμενο έτος.
Στη συγκεκριμένη εξέλιξη συνέβαλαν η μετανάστευση, η υψηλή ανεργία και η σημαντική συρρίκνωση των εισοδημάτων κατά την περίοδο της κρίσης. Η συνεχιζόμενη πληθυσμιακή μείωση δημιουργεί πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και ταυτόχρονα περιορίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η Υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, περίπου 734.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια. Από αυτούς, οι 473.000 έχουν ήδη επιστρέψει, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στα δύο τρίτα του συνόλου.
Από το 2023 και έπειτα, οι αφίξεις για μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα ξεπερνούν τις αναχωρήσεις. Με βάση τα στοιχεία της κυβέρνησης, το brain drain έχει εξελιχθεί σε «κέρδος εγκεφάλων» (brain gain), ενώ το 2024 οι επαναπατρισμοί ήταν περίπου 20.000 περισσότεροι από τις νέες μεταναστεύσεις.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ και του ΕΚΤ καταγράφει ότι περισσότεροι από τους μισούς επαναπατριζόμενους ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 20-39 ετών. Περίπου έξι στους δέκα διαθέτουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ σχεδόν το 47% απασχολείται σε επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης.
Οι αποδοχές δεν αρκούν για να εξηγήσουν την επιστροφή
Παρά τη θετική πορεία των επαναπατρισμών, οι μισθολογικές απολαβές στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σημαντικά έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σύμφωνα με τη Eurostat και την ευρωπαϊκή πύλη εργασίας Eures, οι εξειδικευμένοι εργαζόμενοι αμείβονται κατά μέσο όρο 43% λιγότερο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίστοιχα, οι αποδοχές των διευθυντικών στελεχών παραμένουν χαμηλότερες κατά περίπου 30% έως 35%.
Παρά τη διαφορά αυτή, πολλοί επιλέγουν να επιστρέψουν για λόγους που δεν σχετίζονται άμεσα με τα οικονομικά δεδομένα. Η έρευνα του ΟΟΣΑ και του ΕΚΤ αναδεικνύει ως σημαντικότερο κίνητρο την επανένωση με την οικογένεια. Αντίστοιχα ευρήματα παρουσιάζει και η έρευνα της Kapa Research, σύμφωνα με την οποία το 82% των επαναπατριζόμενων θεωρεί την εγγύτητα με συγγενείς και φίλους ως τον βασικό λόγο επιστροφής.
Επιπλέον, το 63% δηλώνει ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν το μεσογειακό κλίμα, το φυσικό περιβάλλον και η ποιότητα ζωής, ενώ μόλις το 16% αναφέρει πως οι φορολογικές ελαφρύνσεις αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση επιστροφής στην Ελλάδα.