Ντελόρ και Σόιμπλε: Αυτός που τα δάνεισε και αυτός που τα ζήτησε πίσω
Δύο άνθρωποι που σημάδεψαν με την παρουσία τους το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ζακ Ντελόρ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έφυγαν χθες Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου από την ζωή, αφήνοντας πίσω τους δύο διαφορετικούς θρύλους.
Ο πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, o «πατέρας» του ευρώ και προσωπικότητα της γαλλικής Αριστεράς, ο Ζακ Ντελόρ, πέθανε σε ηλικία 98 ετών, στον ύπνο του στο σπίτι του στο Παρίσι, όπως δήλωσε η Μαρτίν Ομπρί, δήμαρχος της πόλης Λιλ.
Στον ύπνο του «έφυγε» και ο πρώην Υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της οικογένειας ο 81χρονος πολιτικός πέθανε στο σπίτι του βράδυ της Τρίτης. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Bild», ο Σόιμπλε έπασχε από καρκίνο εδώ και χρόνια, αλλά δεν ήθελε να το γνωστοποιήσει. Μόνο η οικογένειά του και οι πιο στενοί φίλοι του γνώριζαν για την σοβαρή κατάσταση της υγείας του.
Και αν για τον πρώτο η ιστορία θα γράψει ότι αποτέλεσε έναν από τους οραματιστές της ενωμένης Ευρώπης, για τον δεύτερο μάλλον οι απόψεις διίστανται.
Στην πραγματικότητα, ο διαφορετικός τόνος αποτυπώνει ακριβώς το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα τα τελευταία τριάντα και βάλε χρόνια σε σχέση με την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ντελόρ: Ο αρχιτέκτονας της Ενωμένης Ευρώπης
Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εξέχουσα προσωπικότητα της γαλλικής αριστεράς, ο αποβιώσας Ζακ Ντελόρ, υπήρξε εκ των αρχιτεκτόνων της Ενωμένης Ευρώπης.
Πρώην Υπουργός Οικονομίας υπό τον Φρανσουά Μιτεράν, ο Ζακ Ντελόρ διέλυσε τις ελπίδες της Αριστεράς για την εξουσία, αρνούμενος να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 1995, παρότι ήταν το ξεκάθαρο φαβορί στις δημοσκοπήσεις. Μια απόφαση που αργότερα απέδωσε στην επιθυμία του, «για ανεξαρτησία» καθώς δεν ήθελε να κατέχει το αξίωμα χωρίς μια εντολή αρκετά ισχυρή ώστε να θεσμοθετήσει μια σαρωτική αναμόρφωση της κοινωνίας.
Στις Βρυξέλλες, όπου παρέμεινε επικεφαλής της Κομισιόν από το 1985 έως το 1995, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλος στη διαμόρφωση του οράματος της σύγχρονης Ευρώπης: εγκαθίδρυσε την ενιαία αγορά, υπέγραψε τις συμφωνίες Σένγκεν, την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, εγκαινίασε το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus, μεταρρύθμισε την Κοινή Αγροτική Πολιτική και έθεσε σε κίνηση την Οικονομική και Νομισματική Ένωση που οδήγησε στη δημιουργία του ευρώ.

Τα «πακέτα Ντελόρ»
Τα «πακέτα Ντελόρ» ήταν το αποτέλεσμα μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής πορείας, την οποία οραματίστηκε και πραγματοποίησε ο ίδιος ο Ζακ Ντελόρ κατά την περίοδο της προεδρίας του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στη δεκαετία του 1980 είχε βάλει στόχο τη δημιουργία της Μεγάλης Ενιαίας Αγοράς (ΜΕΑ).
Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Άγγελο Ζαχαρόπουλο, επίτιμο διευθυντή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Ντελόρ προσδιόρισε το 1992 ως το χρονικό όριο εντός του οποίου έπρεπε να πραγματοποιηθεί το όραμά του.
Η ΜΕΑ αφορούσε την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ των 10 χωρών της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Θεωρητικά, αυτό έπρεπε να είχε συμβεί το 1968, όταν έληγε η δεκαετής μεταβατική περίοδος, η οποία είχε ορισθεί στη Συνθήκη της Ρώμης. Ωστόσο, το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο και κανένας Πρόεδρος πριν από τον Ντελόρ δεν το είχε επιχειρήσει.
Το μεγάλο βήμα
Η Επιτροπή για τη Μελέτη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, γνωστότερη ως Επιτροπή Ντελόρ, συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 1988. Η συγκρότησή της ήταν αποτέλεσμα της εντολής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να εξεταστούν και να προταθούν συγκεκριμένα στάδια προς την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.
Επικεφαλής της Επιτροπής αυτής ήταν ο Ζακ Ντελόρ, τότε πρόεδρος της Κομισιόν. Απαρτιζόταν από τους διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών-μελών της ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) και ορισμένα άλλα μέλη.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Επιτροπή Ντελόρ εκπλήρωσε την αποστολή της με τη δημοσίευση έκθεσης τον Απρίλιο του 1989 σχετικά με την «Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα». Μεταξύ άλλων, συνέβαλε στην ανάπτυξη της διαδικασίας νομισματικής και οικονομικής ενοποίησης.

Πώς δόθηκαν τα «πακέτα Ντελόρ» - Η Ελλάδα ενίσχυσε βασικές της υποδομές
Ο Ντελόρ είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά προβλήματα, προκειμένου να προχωρήσει η Μεγάλη Ενιαία Αγορά:
- Η όσο ήταν δυνατόν αλλαγή της ομοφωνίας σε ειδική πλειοψηφία,
- Η σημαντική αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Τα πέτυχε και τα δύο με τη θέσπιση της Ενιαίας Πράξης, που τροποποίησε και συμπλήρωσε τη Συνθήκη της Ρώμης.
Με στόχο την αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, προκειμένου να ενισχυθούν οι δομές των ασθενέστερων οικονομικά κρατών, διατυπώθηκε η έννοια της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής της κοινότητας με ολόκληρο κεφάλαιο, που περιλαμβάνει πέντε άρθρα.
Το πέμπτο άρθρο προβλέπει την ενίσχυση των διαρθρωτικών ταμείων (περιφερειακό, γεωργικό και κοινωνικό ), ώστε να μπορέσουν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην ενίσχυση των υποδομών των ασθενέστερων περιοχών της κοινότητας.
Η αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού επιτεύχθηκε, κυρίως, με αύξηση των ποσοστών επί του ΑΕΠ που κατατίθενται ως συμμετοχή κάθε κράτους-μέλους. Έτσι, μπόρεσε να γίνει διπλασιασμός των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων.
Η διάθεση των πόρων αυτών αποφασίστηκε να γίνεται στις περιοχές των οποίων το ΑΕΠ είναι μικρότερο του 75% του μέσου κοινοτικού. Η Ελλάδα υπήχθη ολόκληρη στις περιοχές αυτές.
Τα πακέτα Ντελόρ (αργότερα ΕΣΠΑ) βοήθησαν την Ελλάδα να ενισχύσει σε σημαντικό βαθμό τις υποδομές της, όπως ήταν τα συγκοινωνιακά δίκτυα, τα έργα ύδρευσης/αποχέτευσης, οι εγκαταστάσεις για τη μεταποίηση και τυποποίηση γεωργικών προϊόντων κ.λπ.
Το πρώτο πακέτο Ντελόρ έμεινε στην Ιστορία και -μεταξύ άλλων- διαμόρφωσε την πορεία της ΕΟΚ προς το Μάαστριχτ.
Το πρόγραμμα αντιστοιχούσε σε 7,2 περίπου δισ. ECU, στα οποία έπρεπε να προστεθεί η εθνική συμμετοχή και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και να φτάσει συνολικά τα 14,3 δισ. ECU.
Το ECU ήταν ένα καλάθι νομισμάτων που αποτελείτο από σταθερά ποσοστά 10 ευρωπαϊκών νομισμάτων, με το ποσοστό κάθε νομίσματος να αντανακλά τη σχετική οικονομική βαρύτητα κάθε χώρας, και χρησιμοποιήθηκε ως νομισματική μονάδα πριν αντικατασταθεί από το ευρώ, την 1η Ιανουαρίου 1999.

Ο «κακός» της Ευρώπης
Από την άλλη ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε θα περάσει στην ιστορία μάλλον ως ο «κακός» της Ευρώπης. Σε αντίθεση με τον Ζακ Ντελόρ η είδηση του θανάτου του Σόιμπλε σκόρπισε θλίψη περισσότερο στον πολιτικό κόσμο της Γερμανίας (όχι όλο) και λιγότερο στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες.
Έχοντας αναλάβει τα ηνία της γερμανικής οικονομίας «έπεσε» πάνω στην κρίση της Ευρωζώνης υιοθετώντας τη συνταγή της άκαμπτης δημοσιονομικής προσαρμογής που είχε ήδη εισάγει στην πολιτική σκηνή ο προκάτοχός του, σοσιαλδημοκράτης, Πέερ Στάινμπρουκ.
Ως Υπουργός Οικονομικών έδωσε προτεραιότητα στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Εισέπραττε φορολογικά έσοδα ρεκόρ, ωστόσο υπό την ηγεσία του, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός έδωσε προτεραιότητα στις δαπάνες πρόνοιας έναντι των αναγκαίων επενδύσεων, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης να υστερεί έναντι των γειτόνων της σε τομείς όπως η ψηφιοποίηση, οι μεταφορές, η εκπαίδευση και η άμυνα. Ενθερμος υποστηρικτής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες του «φρένου του χρέους», των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων που κατοχυρώνονται στο γερμανικό σύνταγμα και που οι επικριτές λένε τώρα ότι θα μπορούσαν να καταστήσουν αδύνατη τη χρηματοδότηση των πολύ αναγκαίων επενδύσεων στην άμυνα και την απαλλαγή από τον άνθρακα χωρίς βαριές αυξήσεις φόρων.

Η στάση του απέναντι στην Ελλάδα
Θιασώτης της σκληρής γραμμής απέναντι ευρωπαϊκές χώρες του νότου το 2012 βρέθηκε στο δρόμο της Ελλάδας και απέρριψε τις προτάσεις της Προέδρου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ να δοθεί στη χώρα μας περισσότερος χρόνος για πρόσθετες περικοπές δαπανών με στόχο την αντιμετώπιση του ελλείμματος.
Ο Σόιμπλε αναδείχθηκε ως ένας από τους πιο σκληρούς διαπραγματευτές των όρων των μνημονίων που μας επιβλήθηκαν. Χλεύαζε δημόσια τις συστάσεις των ΗΠΑ να υιοθετήσει η Ε.Ε. ποσοτική χαλάρωση βάζοντας σε κίνδυνο τη συνοχή της Ένωσης.
Γνωστός με το προσωνύμιο «γεράκι της λιτότητας» απέρριπτε κατηγορηματικά οποιαδήποτε κούρεμα χρέους που θα ανακούφιζε τη χώρα μας θέτοντας ως όρο ένα «προσωρινό Grexit».
Έτσι, το όνομα του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών έγινε πολύ γρήγορα συνώνυμο της καταπίεσης για τις σκληρές δηλώσεις του και για τα εμπόδια που έβαζε στις συνεδριάσεις του Eurogroup.
Η σκληρή του στάση απέναντι στην Ελλάδα οδήγησε στη σύγκρουσή του και εντός των κόλπων της ΕΕ και τότε Πρόεδρο της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Ο Σόιμπλε και ο ΣΥΡΙΖΑ
Σκληρή ήταν η στάση του έναντι της Ελλάδας ειδικά από το 2015 και μετά, με την εκλογή στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα, που είχε υποσχεθεί να καταργήσει τις οδυνηρές περικοπές δαπανών και τις αυξήσεις φόρων που ζητούσαν οι πιστωτές.
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έβαλε σε πρώτο πλάνο το λεγόμενο «Grexit» με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ να μην το υιοθετεί αλλά να το κραδαίνει απειλώντας στις διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση.
Οι αφόρητες πιέσεις των πιστωτών υπό το άγρυπνο βλέμμα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, οδήγησαν στα περιώνυμα capital controls, στην επιβολή εισφοράς στις τράπεζες κ.λπ. Οι συνέπειες για την ελληνική κοινωνία υπήρξαν δραματικές για τον ελληνικό λαό και τον «αγαπημένο» του άκαμπτου γερμανού «γερακιού», τον Γιάνη Βαρουφάκη.
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε διατηρώντας την εικόνα του «σκληρού» δεν παραδέχθηκε ποτέ τον πόνο που προκάλεσε με τις πολιτικές που εφάρμοσε δηλώνοντας ότι «έχει ήσυχη τη συνείδησή του» για τις συνέπειες των μνημονίων στον ελληνικό πληθυσμό και ότι πίστευε ότι κάποτε οι Έλληνες «θα τον ευγνωμονούν».
Οι πολιτικές λιτότητας που υποστήριξαν ο Σόιμπλε και οι βορειοευρωπαίοι σύμμαχοί του αμφισβητήθηκαν έντονα από οικονομολόγους. Οι επικριτές του υποστήριξαν ότι συνέβαλαν στη ζύμωση της κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής σε ολόκληρη την ΕΕ, τροφοδοτώντας εξτρεμιστικά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς.

Τέλος εποχής για τον ενωτικό και τον αρχιτέκτονα της λιτότητας
Ζακ Ντελόρ και Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σημάδεψαν με την παρουσία τους το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες που χάραξαν την πορεία της Ευρώπης σε κομβικές περιόδους.
Ο ένθερμος υποστηρικτής της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η εμβληματική φιγούρα της ευρωπαϊκής λιτότητας δημιούργησαν δύο σχολές για το μέλλον της Ευρώπης. Και η Ευρώπη σε μια εποχή με νέες και συνεχείς προκλήσεις θα κληθεί να επιλέξει ποιον δρόμο θα πάρει και ποιους ηγέτες θέλει.
Για αυτούς τους δύο πάντως τον τελευταίο λόγο θα τον έχει η ιστορία.