Βασίλης Ζούλιας για Γιωτόπουλο: Δεν με συγκινεί η εικόνα του γερασμένου κτήνους – Θα ήθελα να πεθάνει πίσω από τα σίδερα
Ο σχεδιαστής μόδας Βασίλης Ζούλιας σχολίασε την επιστροφή του Αλέξανδρος Γιωτόπουλος στη φυλακή, μετά την αναίρεση του βουλεύματος που άνοιγε τον δρόμο για την αποφυλάκισή του. Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναφέρθηκε παράλληλα στη δολοφονία του φίλου του, Κωστής Περατικός, από τη «17 Νοέμβρη» το 1997.
Ο Βασίλης Ζούλιας περιέγραψε τον Κωστή Περατικό ως έναν άνθρωπο αισιόδοξο και δημιουργικό, με όραμα για την ανάπτυξη της χώρας, και εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του σε ενδεχόμενη αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι στοιχεία που είχαν βρεθεί κατά την έρευνα για την υπόθεση, μεταξύ των οποίων και σημειώσεις σχετικές με τον Περατικό, συνέβαλαν στη σύνδεση του καταδικασμένου τρομοκράτη με τη δράση της οργάνωσης.
Στην ανάρτησή του, ο σχεδιαστής αναφέρθηκε στα θύματα της τρομοκρατίας και στις οικογένειές τους, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί τη λήθη απέναντι στα εγκλήματα της οργάνωσης. Όπως σημείωσε, θεωρεί ότι η συζήτηση για τον ανθρωπισμό απέναντι στους καταδικασμένους για τρομοκρατία δεν μπορεί να αγνοεί τον πόνο των θυμάτων και των συγγενών τους.
Κλείνοντας, εξέφρασε με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα τη θέση του για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, δηλώνοντας ότι δεν τον συγκινεί η σημερινή του εικόνα και ότι, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να παραμείνει στη φυλακή έως το τέλος της ζωής του.
Η ανάρτηση του Βασίλη Ζούλια για τον Κωστή Περατικό: «Κάθε φορά που ακούω να γίνεται συζήτηση για τον Γιωτόπουλο, το μυαλό μου πάει αμέσως στον Κωστή Περατικό. Τον θυμάμαι γελαστό, αισιόδοξο, γεμάτο σχέδια.
Θυμάμαι τον ενθουσιασμό του όταν σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις μου μιλούσε για τα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Πίστευε ότι μπορούσαν να σωθούν. Πίστευε ότι η Ελλάδα μπορούσε να παράγει, να δημιουργεί, να προχωρά μπροστά.
Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν ότι αυτό ήταν αρκετός λόγος για να τον εκτελέσουν. Στις 28 Μαΐου 1997, ο Κωστής έφυγε από το γραφείο του για να πάει σπίτι του. Δεν έφτασε ποτέ. Άφησε πίσω του μια γυναίκα, δύο μικρά παιδιά, γονείς, φίλους και συνεργάτες που ακόμη τον θυμούνται.
Και ξέρετε τι είναι αυτό που πάντα μου έκανε εντύπωση; Ότι ο άνθρωπος που κατηγορούνταν ως ο εγκέφαλος της 17 Νοέμβρη δεν πιάστηκε επειδή τον πρόδωσε κάποιος συνεργός. Δεν πιάστηκε επειδή τον έπνιξαν οι τύψεις. Δεν βοήθησε ποτέ να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Πιάστηκε γιατί βρέθηκαν τα χαρτιά του. Οι σημειώσεις του για τον Κωστή Περατικό. Τα κρατούσε σπίτι του. Σαν αρχεία. Σαν τρόπαια.
Σαν αναμνήσεις ενός εγκλήματος που θεωρούσε μέρος της πολιτικής του δράσης. Και είναι μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες αυτής της ιστορίας ότι ο Κωστής, ακόμη και μετά τη δολοφονία του, συνέβαλε άθελά του στο να οδηγηθεί ο Γιωτόπουλος στη Δικαιοσύνη.
Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω όλη αυτή τη συζήτηση περί ανθρωπισμού για τον καταδικασμένο τρομοκράτη.
Ανθρωπισμός υπήρχε για τον Κωστή; Για τον Παύλο Μπακογιάννη; Για τον Θάνο Αξαρλιάν; Για τους υπόλοιπους νεκρούς; Για τα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς πατέρα; Για τους γονείς που έθαψαν τα παιδιά τους;
Δεν ζητώ εκδίκηση. Δεν ζήτησα ποτέ. Αλλά δεν μπορώ να δεχθώ και τη λήθη. Γιατί πίσω από κάθε όνομα στον κατάλογο των θυμάτων υπήρχε ένας άνθρωπος.
Κι ένας από αυτούς ήταν ο φίλος μου ο Κωστής. Και όχι δεν με συγκινεί στο ελάχιστο η εικόνα του γερασμένου κτήνους. Θα ήθελα να πεθάνει πίσω από τα σίδερα».

