Economist: Πειραιάς και Ελευσίνα στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας

Image
ΠΕΙΡΑΙΑΣ
Συντάκτης
Newsroom


 

Το περιοδικό The Economist αναδεικνύει τον αυξανόμενο στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζουν ο Πειραιάς και η Ελευσίνα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων κόμβων. Η περιοχή φαίνεται να εξελίσσεται σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των Ηνωμένες Πολιτείες και της Κίνα, καθώς οι δύο δυνάμεις επιδιώκουν να ενισχύσουν την επιρροή τους στις εμπορικές ροές της Ανατολικής Μεσογείου.

Το λιμάνι του Πειραιά έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους διαμετακομιστικούς κόμβους στην Ευρώπη, λειτουργώντας ως βασική πύλη εισόδου για ασιατικά προϊόντα προς την ευρωπαϊκή αγορά. Με ετήσια διακίνηση που ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια εμπορευματοκιβώτια, η πλειοψηφική συμμετοχή της κινεζικής COSCO ενισχύει τη γεωπολιτική του σημασία, αλλά παράλληλα προκαλεί ανησυχίες σε δυτικές κυβερνήσεις.

Σε μικρή απόσταση, περίπου 30 χιλιόμετρα δυτικά, η Ελευσίνα προωθείται ως εναλλακτικός εμπορικός κόμβος με τη στήριξη αμερικανικών συμφερόντων. Η ανάπτυξη λιμενικών υποδομών εκεί θεωρείται μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής εξισορρόπησης της κινεζικής παρουσίας στον Πειραιά. Παράλληλα, η εικόνα συμπληρώνεται από τη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχουν επενδύσεις από ρωσικά και κινεζικά κεφάλαια, καθώς και από την Αλεξανδρούπολη, που έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κόμβο για αμερικανικές και νατοϊκές δυνάμεις.

Η γεωγραφική εγγύτητα Πειραιά και Ελευσίνας δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, στο οποίο συγκρούονται οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών. Το γεγονός ότι περίπου το 80% του παγκόσμιου εμπορίου σε όγκο πραγματοποιείται δια θαλάσσης καθιστά τα λιμάνια κρίσιμες υποδομές για την παγκόσμια οικονομία.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της PwC, οι επενδύσεις σε λιμενικές υποδομές αναμένεται να ξεπεράσουν τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως έως το 2035, σημειώνοντας σημαντική αύξηση. Ωστόσο, οι πρόσφατες διεθνείς κρίσεις, από την πανδημία έως τις εντάσεις σε στρατηγικά περάσματα όπως τα Στενά του Ορμούζ, ανέδειξαν την ευπάθεια των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η Κίνα έχει επεκτείνει δυναμικά την παρουσία της, με συμμετοχές σε τουλάχιστον 129 λιμάνια παγκοσμίως και επενδύσεις που ξεπερνούν τα 80 δισεκατομμύρια δολάρια. Πολλά από αυτά βρίσκονται κοντά σε κρίσιμα θαλάσσια σημεία, όπως τα Στενά της Μαλάκα και η Διώρυγα του Σουέζ. Έρευνες δείχνουν ότι όπου υπάρχει κινεζική διαχείριση λιμανιών, το διμερές εμπόριο με την Κίνα αυξάνεται σημαντικά.

Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εντείνουν τις προσπάθειες ανάσχεσης αυτής της επιρροής, επενδύοντας σε εναλλακτικές υποδομές και ενισχύοντας τη στρατηγική τους παρουσία. Παράλληλα, άλλες χώρες όπως η Ινδία, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διεκδικούν επίσης μεγαλύτερο ρόλο στο παγκόσμιο λιμενικό δίκτυο.

Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη λιμανιών εγκυμονεί κινδύνους. Η υπερεπένδυση μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλές αποδόσεις και αναποτελεσματική κατανομή πόρων, ενώ η πολιτική παρέμβαση στις εμπορικές αποφάσεις ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία των αγορών. Παρά τα πιθανά οφέλη από τον ανταγωνισμό, όπως καλύτερες υπηρεσίες και χαμηλότερα κόστη, η υπερπληθώρα λιμενικών εγκαταστάσεων μπορεί να αυξήσει τα λειτουργικά έξοδα και να δημιουργήσει περιττές εμπορικές διαδρομές.

Το συμπέρασμα είναι ότι, αν και ο «αγώνας των λιμανιών» εντείνεται, δεν είναι βέβαιο ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι θα ωφεληθούν. Αντίθετα, το τοπίο διαμορφώνεται ως ένα περίπλοκο δίκτυο γεωοικονομικών συμφερόντων, όπου ο ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσει τόσο σε ευκαιρίες όσο και σε σημαντικές προκλήσεις.