Πολυτεχνείο: Μύθοι, πραγματικότητα και η ανάγκη μιας ώριμης ιστορικής αποτίμησης, του Νέστορα Γρηγορόπουλου

Image
πολυτεχνειο
Συντάκτης
Newsroom


 

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1973, το Πολυτεχνείο εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο συμβολικά αλλά και πιο παρεξηγημένα κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ανάμεσα στη μελόδραματική αγιοποίηση και στην κακόπιστη αποδόμηση, η ιστορική αλήθεια συχνά συνθλίβεται. Όμως μια ώριμη δημοκρατία, και ιδιαίτερα μια παράταξη που πιστεύει στην ευθύνη, στη θεσμικότητα και στο κράτος δικαίου, δεν μπορεί να φοβάται την αλήθεια. Οφείλει να την αναζητά και να τη σέβεται.

Το Πολυτεχνείο δεν χρειάζεται τεχνητή λάμψη. Η πραγματική του αξία είναι ισχυρή. Αυτό που χρειάζεται είναι καθαρή σκέψη και ιστορική ακρίβεια. Και αυτό επιχειρεί το κείμενο που ακολουθεί.

Η ηθική στάση των φοιτητών: ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο

Αφετηρία κάθε σοβαρής ανάλυσης πρέπει να είναι η αναγνώριση της ανδρείας όσων βρέθηκαν πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Νέοι άνθρωποι, χωρίς πολιτικό στήριγμα, χωρίς οργανωμένη καθοδήγηση, επέλεξαν να σταθούν απέναντι σε μια στρατοκρατική εξουσία η οποία είχε καταλύσει το Σύνταγμα, είχε φυλακίσει, βασανίσει και διώξει χιλιάδες πολίτες, και δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει πραγματικά πυρά.

Αυτή η στάση δεν είναι «αριστερή», «δεξιά» ή «κεντρώα». Είναι ανθρώπινη και πατριωτική. Η γενιά εκείνη βρέθηκε σε μια στιγμή κορυφαίας ηθικής επιλογής: να σιωπήσει ή να αντισταθεί. Και επέλεξε το δεύτερο.

Ωστόσο, το θάρρος αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με τον μύθο μιας «πανεθνικής εξέγερσης». Η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν συμμετείχε. Άλλοι φοβούνταν, άλλοι βολεύονταν, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν. Η αποτύπωση αυτή δεν μειώνει τους φοιτητές· αντιθέτως, αναδεικνύει την αξία της δράσης τους ως στάση μιας μειοψηφίας που στάθηκε όρθια όταν οι πολλοί δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν.

Η Χούντα το 1973: ένα καθεστώς διχασμένο και σε αδιέξοδο

Η αναταραχή του Πολυτεχνείου δεν ξέσπασε σε μια εποχή ισχυρής δικτατορίας. Ξέσπασε την ώρα που το καθεστώς είχε μπει σε κρίση. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος επιχειρούσε μια περιορισμένη «φιλελευθεροποίηση» με τον Μαρκεζίνη. Δεν επρόκειτο για δημοκρατική μετάβαση· ήταν μια ελεγχόμενη απόπειρα εξόδου από το αδιέξοδο, υπό ασφυκτική επίβλεψη του στρατού.

Αυτή όμως η προσπάθεια είχε απέναντί της τον ισχυρότερο μηχανισμό της Χούντας: την ΕΣΑ. Ο διοικητής της, Δημήτριος Ιωαννίδης, κινείτο παρασκηνιακά, αποδομώντας κάθε ένδειξη πολιτικού ανοίγματος και προετοιμάζοντας την ανατροπή του Παπαδόπουλου.

Ο Αλέξης Παπαχελάς, στο βιβλίο του «Ένα Σκοτεινό Δωμάτιο 1967–1974», περιγράφει με ιστορική ακρίβεια αυτή την εσωτερική μάχη. Ο Ιωαννίδης παρουσιάζεται ως «ο αόρατος δικτάτορας», ο άνθρωπος που είχε πραγματική ισχύ μέσα στον στρατό, αλλά κρυβόταν από τη δημόσια εικόνα. Το Πολυτεχνείο, γράφει ο Παπαχελάς, ήταν το γεγονός που αποκάλυψε το ρήγμα μέσα στη Χούντα. Δεν ήταν η αιτία του, αλλά ήταν το σημείο στο οποίο η σύγκρουση δεν μπορούσε πια να συγκαλυφθεί.

Η κατάρρευση της «φιλελευθεροποίησης» ήρθε μέσα σε ώρες. Η άνοδος του Ιωαννίδη ήταν αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, και όχι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής ή λαϊκής απαίτησης.

Έριξε το Πολυτεχνείο τη Χούντα; Η απάντηση της ιστορίας είναι ξεκάθαρη: Οχι ! 

Η δημοκρατική μετάβαση του 1974 δεν ήρθε ως αποτέλεσμα της εξέγερσης. Ήρθε ως αποτέλεσμα της εθνικής τραγωδίας στην Κύπρο. Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, οργανωμένο από το καθεστώς Ιωαννίδη, οδήγησε στην τουρκική εισβολή, στον Αττίλα I και II, στην κατοχή της μισής νήσου και στην απόλυτη κατάρρευση της στρατιωτικής κυβέρνησης.

Η ιστορική αλυσίδα είναι ψυχρή και αδιάψευστη:

Πολυτεχνείο → ανατροπή Παπαδόπουλου → άνοδος Ιωαννίδη → πραξικόπημα στην Κύπρο → τουρκική εισβολή → κατάρρευση Χούντας → Μεταπολίτευση.

Αν ο στόχος της εξέγερσης ήταν η πτώση της δικτατορίας, το αποτέλεσμα ήρθε πολύ αργότερα και όχι από λαϊκή δράση, αλλά από εθνική καταστροφή.

Αυτό δεν μειώνει την ηθική αξία της εξέγερσης· μειώνει όμως τον πολιτικό μύθο γύρω από αυτήν.

Οι νεκροί: η αλήθεια που οφείλουμε να λέμε

Το ζήτημα των νεκρών του Πολυτεχνείου έχει γίνει αντικείμενο πολιτικής εργαλειοποίησης για δεκαετίες. Γι’ αυτό πρέπει να βασιστούμε στη μοναδική πρωτογενή, κρατική, ποινική έρευνα: το Πόρισμα Τσεβά.

Το πόρισμα, μετά από πλήρη έρευνα σε:
    •    ιατροδικαστικές εκθέσεις,
    •    καταθέσεις,
    •    νοσοκομειακά αρχεία,
    •    αναφορές στρατού και αστυνομίας,
    •    αυτοψίες σε σημεία πυροβολισμών,

καταλήγει σε δύο αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα:

1. Κανένας νεκρός δεν σκοτώθηκε μέσα στο Πολυτεχνείο.

Ούτε στο προαύλιο. Ούτε πάνω στα κάγκελα. Ούτε τη στιγμή της εισβολής του άρματος. Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε πως στις περισσότερες των περιπτώσεων ο στρατός προστάτευσε τους φοιτητές κατά την εκκένωση του ιδρύματος σε αντίθεση με τους άνδρες της αστυνομίας και της ασφάλειας. 

2. Οι νεκροί είναι 24 επώνυμοι και όλοι εκτός του Πολυτεχνείου.

Οι περισσότεροι πέθαναν από σφαίρες στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων σε δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο, Πατησίων, Μπουμπουλίνας, Μαυρομματαίων, Στουρνάρη, Πεδίον του Άρεως, Αρχαιολογικό Μουσείο.

Αυτή η αλήθεια δεν μειώνει την τραγωδία. Αντιθέτως, την μετατρέπει σε πραγματικό γεγονός και όχι σε σύνθημα. Και μόνο η επιμονή στην αλήθεια δίνει τιμή στους νεκρούς — όχι η υπερβολή.

Η στάση του ΚΚΕ: από την καχυποψία στην ιδιοποίηση

Συχνά αποσιωπάται ότι το ΚΚΕ, την ώρα της εξέγερσης, δεν στήριξε το Πολυτεχνείο. Αντίθετα, το αντιμετώπισε με ανοιχτή καχυποψία. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το φύλλο Πανσπουδαστικής Νο 8, επίσημο όργανο της ΚΝΕ, στο οποίο:
    •    οι εξεγερμένοι χαρακτηρίζονται «350 προβοκάτορες της ΚΥΠ»,
    •    η εξέγερση αποκαλείται “εκτροπή”,
    •    και οι φοιτητές παρουσιάζονται ως «όργανα ξένων κέντρων».

Ακόμη σκληρότερη ήταν η φράση που κυκλοφορούσε στον κομματικό μηχανισμό: οι φοιτητές του Πολυτεχνείου ήταν «ρουφιάνοι του Ρουφογάλη».

Ο Μιχάλης Ρουφογάλης, διοικητής της ΚΥΠ, ήταν ο πιο σκληρός, παρακρατικός, κατασταλτικός μηχανισμός της Χούντας. Η απόδοση τέτοιου χαρακτηρισμού στους φοιτητές αποδεικνύει πόσο “μακριά” ήταν το ΚΚΕ από την εξέγερση – όχι μόνο οργανωτικά, αλλά και ιδεολογικά.

Μετά το 1974, το ΚΚΕ αναθεώρησε πλήρως τη στάση του και ενέταξε το Πολυτεχνείο στη μεταπολιτευτική του αφήγηση. Αλλά η ιστορία της στιγμής είναι καταγεγραμμένη.

Συμπεράσματα: τι μας διδάσκει πραγματικά το Πολυτεχνείο σήμερα

Στο σημείο αυτό, μετά από μια ψύχραιμη ανάγνωση των γεγονότων, των πηγών και των συνεπειών, το Πολυτεχνείο μάς αφήνει τέσσερις μεγάλες αλήθειες , όχι συναισθηματικές, αλλά ιστορικές, θεσμικές και πολιτικά ουσιαστικές.

1. Το Πολυτεχνείο είναι πρωτίστως μια πράξη ηθικού θάρρους — όχι πολιτικής αποτελεσματικότητας

Η αξία του Πολυτεχνείου βρίσκεται στο θάρρος των νέων, όχι στο πολιτικό αποτέλεσμα.
Η ιστορία δεν μετράται μόνο σε νίκες.
Μετράται σε επιλογές.

Οι φοιτητές έκαναν τη σωστή επιλογή, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα ήταν η σκληρότερη φάση της δικτατορίας. Οι ηθικές πράξεις δεν κρίνονται από την άμεση πολιτική τους αποτελεσματικότητα. Κρίνονται από την αλήθεια τους. Και το Πολυτεχνείο, ως πράξη αντίστασης, είναι ειλικρινές, αυθεντικό και αξιοσέβαστο.

2. Το Πολυτεχνείο δεν έριξε τη Χούντα — και αυτό δεν είναι υβριστικό, είναι ιστορικά ακριβές

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε μύθους.
Το Πολυτεχνείο δεν έριξε το καθεστώς.
Η Χούντα κατέρρευσε λόγω του εθνικού ολέθρου στην Κύπρο.

Αυτό δεν μειώνει την αξία της εξέγερσης· απλώς αποκαθιστά τη θέση της στο ιστορικό παζλ.
Όσες γενιές έμαθαν ότι “το Πολυτεχνείο έφερε τη Δημοκρατία” ακούνε μια ωραία ιστορία, όχι την πραγματική. Το πολυτεχνείο πάλεψε για την δημοκρατία, δεν την έφερε. 

Η αλήθεια έχει μεγαλύτερη δύναμη από το παραμύθι.
Και μόνο η αλήθεια μπορεί να χτίσει σταθερή ιστορική συνείδηση.

3. Η χρήση του Πολυτεχνείου ως πολιτικό εργαλείο υπήρξε διαχρονικά ένα μεγάλο λάθος

Το Πολυτεχνείο δεν είναι κομματική ιδιοκτησία κανενός.
Ούτε της Αριστεράς, ούτε της Κεντροαριστεράς, ούτε της Κεντροδεξιάς.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα —και κυρίως ορισμένες πλευρές της Αριστεράς— επιχείρησαν να μετατρέψουν την εξέγερση σε “πιστοποιητικό δημοκρατικότητας” για συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους. Αυτό υπήρξε ιστορικά άδικο, επιστημονικά λανθασμένο και πολιτικά τοξικό.

Η Κεντροδεξιά παράταξη, ο κορμός της μεταπολιτευτικής σταθερότητας, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την αλήθεια του Πολυτεχνείου. Αντιθέτως, έχει καθήκον να την υπερασπίζεται. Εξάλλου ο εθνάρχης Καραμανλής ήταν αυτός που στα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν εδραίωσε την δημοκρατία στον τόπο που είναι και η μακροβιότερη στην ιστορία μας. 

4. Η αλήθεια για τους νεκρούς είναι απόδειξη σεβασμού όχι αποδόμησης

Η εμμονή σε ψεύτικους αριθμούς και φαντασιακές αφηγήσεις δεν τιμά κανέναν.
Η επιμονή στην πραγματική καταγραφή τιμά τους νεκρούς.

Οι 24 νεκροί της καταστολής δεν είναι «λιγότεροι» από έναν μύθο εκατοντάδων.
Είναι οι πραγματικοί άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους.
Ο σεβασμός στη μνήμη τους επιβάλλει να λέμε την αλήθεια:
    •    ΚΑΝΕΙΣ μέσα στο Πολυτεχνείο.
    •    24 νεκροί στους δρόμους της Αθήνας.
    •    Θύματα της κρατικής βίας, όχι της προπαγάνδας.

Αυτό δεν είναι “αναθεωρητισμός”.
Είναι σεβασμός.

Ως Επίλογος

Το Πολυτεχνείο είναι ένα από τα πιο φορτισμένα κεφάλαια της νεότερης Ελλάδας. Ένα γεγονός ηθικού μεγαλείου, πολιτικής αδυναμίας και ιστορικής παρεξήγησης.

Το «Πολυτεχνείο» ανήκει πρωτίστως σε όλους όσοι ανώνυμα αντέταξαν τα στήθη τους στα τανκς και δευτερευόντως όλους τους δημοκρατικούς πολίτες. Η Κεντροδεξιά παράταξη —η παράταξη που έχτισε τη Μεταπολίτευση, που διασφάλισε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και που στήριξε τη θεσμική σταθερότητα της Δημοκρατίας— δεν φοβάται την αλήθεια. Την αναζητά. Γιατί η αλήθεια είναι η βάση της δημοκρατικής αυτοσυνείδησης.

Το Πολυτεχνείο αξίζει να τιμάται.
Αλλά ακόμα περισσότερο:
αξίζει να κατανοείται.

Και η κατανόηση ξεκινά από την καθαρή, νηφάλια, τεκμηριωμένη ιστορική αλήθεια.