Όταν οι μύθοι καταρρέουν, όταν τα Τέμπη δεν γίνονται εργαλείο, όταν η αλήθεια αρχίζει να εκθέτει την αντιπολίτευση
Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε μόνο με το μέγεθος της απώλειας, αλλά και με το πώς αντιμετωπίστηκε πολιτικά. Οι Έλληνες θρήνησαν νέους ανθρώπους, οικογένειες καταστράφηκαν, και η κοινωνία βρέθηκε σε βαθύ πένθος. Κι όμως, για την αντιπολίτευση, η πρώτη αντίδραση δεν ήταν η σεμνότητα και η αυτοσυγκράτηση, αλλά η ευκαιρία για μικροπολιτική. Από την πρώτη στιγμή, στελέχη της Αριστεράς έσπευσαν να μιλήσουν για συγκάλυψη, για «προμελετημένο έγκλημα», για «κρατική εγκατάλειψη». Έστησαν σενάρια για να δημιουργήσουν εντυπώσεις, όχι για να υπηρετήσουν την αλήθεια.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου παρουσίασε τον εαυτό της ως τη μοναδική που «τολμά να πει την αλήθεια», καλλιεργώντας την εικόνα ενός κράτους που κρύβει στοιχεία και παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη. Σήμερα όμως, με τα πορίσματα στο χέρι, αποδεικνύεται ότι όλα αυτά ήταν στημένα αφηγήματα. Δεν υπήρξε σκοτεινό παρασκήνιο, δεν υπήρξε εύφλεκτο φορτίο, δεν υπήρξαν τα σενάρια συνωμοσίας που ήθελε να πλασάρει. Το μόνο που μένει είναι ο κυνισμός της, ότι επέλεξε να χτίσει πολιτική καριέρα πάνω στον πόνο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, διά του Σωκράτη Φάμελλου, προσπάθησε να εμφανίσει την τραγωδία ως «έγκλημα». Έφτασαν στο σημείο να κατηγορούν την κυβέρνηση Μητσοτάκη για εγκατάλειψη των έργων, όταν η ίδια η αλήθεια τους εκθέτει. Επί ΣΥΡΙΖΑ, το 2016, υπεγράφη η περιβόητη σύμβαση 717 για την τηλεδιοίκηση και τη σηματοδότηση. Από τότε μέχρι το 2019, αντί να προχωρήσει, πήρε τρεις παρατάσεις. Το 2018 μάλιστα, ο τότε αρμόδιος υπουργός είχε δεσμευτεί στη Βουλή ότι «το έργο θα ολοκληρωθεί σύντομα». Αντί για ολοκλήρωση, ήρθε άλλη μια παράταση και αδράνεια. Επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια, η χώρα έμεινε χωρίς συστήματα ασφάλειας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν δυστυχήματα. Αυτή είναι η αλήθεια που δεν μπορούν να κρύψουν: επί ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε στασιμότητα, αδιαφορία και αναβλητικότητα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης προτίμησε πιο «ήπια» γλώσσα, μιλώντας για «συστημική ανεπάρκεια». Λόγια βολικά, γενικόλογα, αλλά ουσιαστικά χωρίς περιεχόμενο. Γιατί όταν υπάρχουν συγκεκριμένα έργα που τρέχουν τώρα –με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να τα παραδίδει σε λειτουργία– το να μένεις σε γενικόλογες φράσεις είναι σαν να θες να πεις κάτι χωρίς να παίρνεις θέση. Και η πολιτική δεν είναι υπεκφυγή.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη έδειξε το αντίθετο παράδειγμα. Από την πρώτη στιγμή υπήρξε ανάληψη ευθύνης. Υπήρξαν παραιτήσεις. Υπήρξε η ξεκάθαρη δέσμευση: «δεν θα κρυφτούμε, θα αλλάξουμε το σιδηροδρομικό δίκτυο». Και αυτή η δέσμευση γίνεται πράξη. Ήδη ολοκληρώνονται οι εργασίες τηλεδιοίκησης σε κομβικά σημεία. Το ETCS, το σύστημα που ελέγχει αυτόματα την πορεία των τρένων, εφαρμόζεται με ταχύτητα. Η ΕΡΓΟΣΕ ενισχύεται, νέες συμβάσεις τρέχουν, και η χώρα αποκτά για πρώτη φορά το πλαίσιο για ένα σύγχρονο και ασφαλές δίκτυο.
Η αλήθεια είναι σκληρή για την αντιπολίτευση: αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κάνει τη δουλειά του, πολλά από αυτά τα συστήματα θα λειτουργούσαν ήδη πριν το 2019. Αντί να προχωρήσουν τα έργα, τα άφησαν να σέρνονται, με ευθύνες συγκεκριμένες και αποδείξεις καταγεγραμμένες. Και σήμερα, αντί να ζητήσουν συγγνώμη, υψώνουν το δάχτυλο. Αυτό δεν είναι πολιτική· είναι υποκρισία.
Η Νέα Δημοκρατία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δείχνει τον άλλο δρόμο. Όχι με φωνές και καταγγελίες, αλλά με έργο, με σχέδιο και με αποτελέσματα. Επί των ημερών της μπαίνει τέλος στη δεκαετία της στασιμότητας, ολοκληρώνονται συμβάσεις που έμειναν για χρόνια στα χαρτιά, και παραδίδονται έργα που σώζουν ζωές. Η αντιπολίτευση επιχείρησε να απομυθοποιήσει την κυβέρνηση, αλλά τελικά απομυθοποιήθηκε η ίδια: γιατί η αλήθεια απ’ ό,τι φαίνεται νικάει τα σενάρια, τα πορίσματα καταρρίπτουν τα ψέματα και οι πράξεις ξεπερνούν τα μεγάλα λόγια.
Η Ελλάδα προχωρά με ευθύνη και σοβαρότητα.
Και αυτό έχει την υπογραφή της Νέας Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού της χώρας μας, Κυριάκου Μητσοτάκη.
Όλγα Μαγγανά
Μέλος Πολιτικής Επιτροπής ΝΔ