Έμφυλη βία – εκφάνσεις και τρόποι αντιμετώπισής της

Άρθρο της Φανής Γιωτάκη – Δικηγόρου
Image
Γιωτάκη
Συντάκτης
Newsroom


 

Η έμφυλη βία σε όλες τις μορφές της αποτελεί ακραία μορφή διάκρισης κατά των γυναικών και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και είναι εδραιωμένη στην ανισότητα των φύλων, συμβάλλοντας στη διαιώνιση και την ενίσχυση της.  Αυτού του είδους η βία προέρχεται αφενός από  στερεότυπα σχετικά με το φύλο, τους ρόλους και τις ικανότητες των γυναικών και των ανδρών, και αφετέρου από τις άνισες σχέσεις εξουσίας στις κοινωνίες. Αυτή η βία εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και να επηρεάζει τις γυναίκες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, ανεξαρτήτως ηλικίας, εκπαίδευσης, εισοδήματος, κοινωνικής θέσης και χώρας καταγωγής ή διαμονής, αποτελεί δε ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την επίτευξη της ισότητας των φύλων. Ο Δέικτης Ισότητας των Φύλων που δημοσίευσε τον Οκτώβριο 2021 το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) βαθμολόγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση με 68 στα 100 και την Ελλάδα με 52,5 στα 100, τοποθετώντας την χώρα μας, για μία ακόμη χρονιά, στην τελευταία θέση της κατάταξης. Από το 2010 λοιπόν, αναφέρει η έκθεση του EIGE η Ελλάδα παραμένει λίγο-πολύ στάσιμη σε ό,τι αφορά την έμφυλη ισότητα.

Η ενδοσυντροφική βία  αφορά κάθε πράξη σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας που λαμβάνει χώρα μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων,  είναι μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές έμφυλης βίας, καθώς εκτιμάται ότι το 22% των γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υποστεί σωματική και/ή σεξουαλική βία, ενώ το 43% εξ αυτών έχουν υποστεί ψυχολογική βία από τον σύντροφό τους. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης , η πλειονότητα των μονογονεϊκών νοικοκυριών διευθύνεται από μόνες μητέρες που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες οικονομικά, καθώς το 2019, το 40,3% των μονογονεϊκών νοικοκυριών αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού·

Μετά την αύξηση των κρουσμάτων της ενδοοικογενειακής βίας και των «γυναικοκτονιών», ήταν πλέον μονόδρομος για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία επιστρατεύει τους συναδέλφους του και τους ζητεί να παρεμβαίνουν άμεσα, προκειμένου να προστατευθούν πρωτίστως οι γυναίκες.

Είναι σαφές ότι στις περιπτώσεις τέλεσης στα όρια του αυτοφώρου πλημμελημάτων ενδοοικογενειακής βίας (δηλαδή σωματικής βλάβης, απειλής, παράνομης βίας), πρέπει να ακολουθείται ως κανόνας η διαδικασία των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ, με τη σύλληψη δηλαδή του δράστη, την προσαγωγή του στον εισαγγελέα, την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης και την άμεση παραπομπή του στο ποινικό ακροατήριο. Στην αυτόφωρη διαδικασία προσφέρονται, από τη μη διαδρομή του χρόνου, αναλλοίωτα τα αποδεικτικά στοιχεία (υπάρχει η πρωτογενής απόδειξη) και συνεπώς είναι δυνατή η αμεσότητα της ποινικής προστασίας των θυμάτων. Σε περίπτωση μη εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας ο δράστης δεν αποθαρρύνεται ούτε αποτρέπεται αποτελεσματικά από το να υπερβαίνει τους φραγμούς της νομιμότητας και είναι πιο ευχερές πλέον σ΄ αυτόν, να εκδηλώνει, για ακόμη μια φορά, τη βίαιη-αξιόποινη συμπεριφορά του εναντίον αδύναμων ατόμων με τα οποία (θα συνεχίσει να) συνοικεί.

Στα τέλη Ιουλίου 2021 στη Δάφνη,  όταν μια 31χρονη δολοφονήθηκε τελικά από τον βίαιο σύντροφό της, παρότι είχε επανειλημμένως καταγγελθεί στην ΕΛ.ΑΣ. η κακοποίησή της έγινε γνωστό ότι λίγες ημέρες πριν, το πλήρωμα περιπολικού που είχε σπεύσει επί τόπου -κατόπιν της καταγγελίας γειτόνισσας του ζευγαριού - είχε αποχωρήσει από το σημείο χωρίς να προχωρήσει σε οποιαδήποτε αποτρεπτική ενέργεια. Η μοιραία παράλειψη των αστυνομικών αποδόθηκε εκ των υστέρων στην αποδυνάμωση των αρμόδιων υπηρεσιών. Παρ' όλα αυτά, το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Τον Ιούλιο του 2020 είχαν επισημανθεί παραλείψεις και αδιαφορία του αστυνομικού προσωπικού κατά τον χειρισμό υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας. Όπως, μάλιστα, σημειωνόταν σε σχετική έκθεση, «οι εν λόγω καταγγελίες αφορούν κυρίως την αποθάρρυνση των πολιτών στην υποβολή καταγγελιών, την άρνηση λήψης μήνυσης καθώς και την εν γένει μη εκδήλωση των ενδεδειγμένων ενεργειών».

Τον Ιούλιο του 2021 ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εξήγγειλε τη δημιουργία πιλοτικών γραφείων σε αστυνομικά τμήματα, όπου «εξειδικευμένο και εκπαιδευμένο προσωπικό θα υποδέχεται με τρόπο οργανωμένο τις καταγγελίες και τα θύματα». Δήλωσε δε ότι «τα πιλοτικά γραφεία θα δημιουργηθούν αρχικά σε ένα αστυνομικό τμήμα σε κάθε Διεύθυνση Αστυνομίας Αττικής.

Είναι αναγκαίο να υπάρχει συστηματική εκπαίδευση για το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. στα έμφυλα ζητήματα, να δημιουργηθούν οι υπηρεσίες αυτές  σε κρίσιμα τουλάχιστον αστυνομικά τμήματα και όχι σε περιφερειακές αστυνομικές διευθύνσεις, όπου υπήρχε πρόβλημα με την εξυπηρέτηση των θυμάτων, να εκτελούνται τα αυτόφωρα και τα περιοριστικά μέτρα. Τα θύματα να προσεγγίζονται με σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους και να ενθαρρύνονται να καταγγείλουν τη βίαιη σε βάρος τους συμπεριφορά. Η ανοχή μας πρέπει να είναι μηδενική σε αυτά τα φαινόμενα μόνο έτσι θα σπάσει το απόστημα της βίας κατά των γυναικών.